Η αφετηρία του κατασκηνωτικού θεσμού βρίσκεται στον 19ο αιώνα, οπότε (1876) ο πάστορας Valter Brion δημιούργησε την πρώτη κατασκήνωση παγκοσμίως στη Ζυρίχη της Ελβετίας, ενώ διαδόθηκε ευρύτατα παράλληλα με την ταχεία εξάπλωση του προσκοπικού κινήματος υπό τον Baden Powell, ο οποίος –πέρα από τον ίδιο τον προσκοπισμό – δημιούργησε την πρώτη προσκοπική κατασκήνωση το 1907.
Στην Ελλάδα η πρώτη κατασκήνωση ιδρύθηκε το 1911 στη Βουλιαγμένη, υπό την εποπτεία του Συλλόγου Προστασίας Παιδιών, με πρωτοβουλία της Σοφίας Σλήμαν και πρώτο διευθυντή τον ιδρυτή του προσκοπισμού στην Ελλάδα και γυμναστή Αθα νάσιο Λευκαδίτη. Ο Λευκαδίτης ίδρυσε το αμέσως επόμενο έτος την πρώτη προσκπική κατασκήνωση στην Ελλάδα στο δάσος της Μαγκουφάνας Αμαρουσίου.
Το πολύ αγαπητό στα παιδιά μυθιστόρημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Τα ψηλά βουνά», που προοριζόταν να χρησιμεύσει ως αναγνωστικό για τα Ελληνόπουλα των αρχών του 20ού αιώνα, αναφέρεται σε μια αυτοσχέδια κατασκήνωση μαθητών Δημοτικού μέσα στο δάσος. Μαρτυρεί έτσι πόσο δυνατή απήχηση είχε και πόσο νωρίς έγινε κατανοητή η δυναμική και η παιδαγωγική αξία των κατασκηνώσεων ελάχιστα χρόνια μετά την εμφάνισή τους στον ελλαδικό χώρο.
Ακολούθησαν κατασκηνωτικές προσπάθειες της ΧΑΝ, του ΠΙΚΠΑ και άλλων οργανώσεων. Μετά το Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα δεινά του Εμφυλίου οι κατασκηνώσεις επιχειρήθηκε να ωφελήσουν διπλά τους νεαρούς Έλληνες: να συμβάλουν στη βελτίωση της υγιεινής και της φυσικής τους κατάστασης και να τους προσφέ ρουν μια νότα χαράς και αισιοδοξίας στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Το Υπουρ- γείο Παιδείας δημιούργησε από μία τουλάχιστον κατασκήνωση σε κάθε διοικητική επαρχία της Ελλάδας, οι οποίες λειτούργησαν μέχρι τη δεκαετία 1980, οπότε άρχισε η μετάθεση της αρμοδιότητας -όχι απλώς της αδειοδότησης, αλλά και της ευθύνης λειτουργίας τους- στις κατά τόπους νομαρχίες και στη συνέχεια, στο Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων -σήμερα στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Αποτέλεσμα ήταν η παραμέληση, η πλημμελής λει- τουργία, η παρακμή και η διάλυση των περισσότερων από αυτές.
Από την άλλη, οι διάφορες χριστιανικές οργανώσεις αρχικά, σταδιακά δε και οι Ιερές Μητροπόλεις δημιούργησαν κατασκηνώσεις που μετρούν ήδη δεαετίες προσφοράς στις οικείες τοπικές κοινωνίες. Ο κατασκηνωτικός θεσμός ωστόσο, παρόλο που η ιστορία του είναι μακρά, δεν δείχνει να έχει γεράσει. Μοιάζει να «ανακαινίζεται ως αετού η νεότης» του, δίχως να χάνει την επικαιρότητά του. Είναι γεγονός πως, όσο υπερφορτώνονται οι ασθενικοί ώμοι των παιδιών από την πολύ μικρή τους ηλικία με έναν σωρό υποχρεώσεων, με αποκορύφωμα την εξουθενωτική τριετία του Λυκείου, τόσο περισσότερο οι νέοι ψάχνουν χώρους για να διοχετεύσουν την φυσική τους ενέργεια. Όσο περισσότερο αναγκάζονται να κλειστούν στον εαυτό τους, πρόωρα ωριμασμένα, τόσο εντονότερα αναζητούν διαύλους επικοινωνίας.
4 Οι παραπάνω ιστορικές πληροφορίες προέρχονται από το ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, σ. 18 – 19.
5 Πολλές κατασκηνώσεις Ι. Μητροπόλεων φαίνεται να ιδρύθηκαν στην επταετία 1967 – 1974 είτε λόγω χρηματοδοτήσεων από τη δικτατορική κυβέρνηση για αθλητικές κ.ά. υποδομές (πρβλ. το σύνθημα «κάθε χωριό και γήπεδο, κάθε πόλη και στάδιο») είτε επειδή επί αρχιεπισκοπίας Ιερωνύμου Α ́ (1967-1973) χειροτονήθηκαν Μητροπολίτες Ιεροκήρυκες που ανήκαν στις χριστιανικές οργανώσεις «Ζωή» και «Σωτήρ», οι οποίοι είχαν ιδία πείρα του κατασκηνωτικού θεσμού, έχοντας διακονήσει οι ίδιοι ως στελέχη ή πνευματικοί υπεύθυνοι σε κατ τασκηνώσεις των οργανώσεων ή απλώς επιθυμώντας να αξιοποιηθούν ποιμαντικά τα αδιαμφισβήτητα οφέλη της κατασκηνωτικής ζωής.
Όσο πιο αστική γίνεται η ζωή τους, τόσο πιο επιτακτική καθίσταται γι’ αυτά η ανάγκη επαφής με την φύση. Όσο περισσότερο ο ανθρώπι νος νους περιχαρακώνεται ανάμεσα σε τριγωνομετρικές εξισώσεις και γλωσσικούς τύπους, τόσο πιο απεγνωσμένα αποπειράται να δραπετεύσει, κινούμενος προς αναζήτηση της θεόσδοτης ελευθερίας του και του ίδιου του Θεού.
Εξίσου αλήθεια είναι πως μια κατασκήνωση -και μάλιστα εκκλησιαστική- μπορεί να ανταποκριθεί στις αναζητήσεις των νέων. Εκεί, οι ξένες γλώσσες μεταμορφώ νονται σε διάλεκτο επικοινωνίας με τον άλλον. Οι μαθηματικές σχέσεις μεταβάλλονται σε κανόνες ομαδικής ζωής. Το ασφυκτικά γεμάτο πρόγραμμα μιας χειμω νιάτικης μέρας μετατρέπεται σε αναπαυτικό καλοκαιρινό ημερήσιο πρόγραμμα. Οι θεωρητικές γνώσεις για την Πίστη από το μάθημα των Θρησκευτικών ή, στην καλύτερη περίπτωση, ο γόνιμος προβληματισμός από το Κατηχητικό Σχολείο δύ- νανται να μετουσιωθούν σε βιωματική προσέγγιση του μυστηρίου της Εκκλησίας, της κοινωνίας με τον Θεό και τον πλησίον.
Ιχνηλατώντας την εξέλιξη των κατασκηνώσεων και τη σημερινή τους ταυτότητα, έμπειρο στέλεχος κοσμικών κατασκηνώσεων καταγράφει τις παρατηρήσεις του: «Ο θεσμός των κατασκηνώσεων έχει εξαπλωθεί αισθητά τα τελευταία χρό- νια και σ‘ αυτό συνέτειναν δυο βασικοί λόγοι. Οι ανάγκες των παιδιών να φύγουν από τις ασφυκτικές πόλεις και η ανάγκη των γονέων να κάνουν δικές τους διακοπές γιατί περιορίσθηκε ο χρόνος τους και γιατί πιέστηκαν από τους έντονους ρυθμούς της ζωής.
Για τους σκοπούς της κατασκήνωσης ειπώθηκαν κατά καιρούς αρκετά πράγματα, επιγραμματικά όμως μπορούμε να πούμε: Ξένοιαστες μέρες – Φύση – Διασκέδαση – Ωφέλη. Στον τόπο μας ο αριθμός των κατασκηνώσεων είναι μεγάλος και περισσότερο από τις Κρατικές κύρια θέση κρατάνε οι ιδιωτικές κατασκηνώσεις. Σε έξαρση επίσης αλλά χωρίς ταυτότητα και συγκεκριμένα πλαίσια βρέ θηκαν οι κατασκηνώσεις μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Στηνόντουσαν πρόχειρα, χωρίς επιλογές στελεχών και προγραμμάτων, για να καλύψουν περισσότερο επισιτιστικές ανάγκες με χρήματα της UNRA και της EM–EL που αποτελούσαν τότε τα οικονομικά κέντρα βοηθείας του εξωτερικού. Οι σημερινές κατασκηνώσεις ενώ συγκλίνουν όλες στον ίδιο σκοπό, λειτουργούν με τις δικές τους ιδιαιτερότητες και διαφέρουν από τις αποχρώ σεις των προγραμμάτων και τον τρόπο λειτουργίας τους.
Ετσι μπορούμε να τις διακρίνουμε σε κατασκηνώσεις με έμφαση στη φυσική ζωή, στην εκπαίδευση, στη Χριστιανική πίστη, στη διασκέδαση, στον Αθλητισμό, στη γλώσσα, στη μουσική. Οι μορφές αυτές υπαγορεύθηκαν και παγιώθηκαν κάτω από τις συγκε κριμένες ανάγκες και τις επιθυμίες των παιδιών, ενώ η τάση που υπάρχει σήμερα για διασκέδαση και που διαρκώς μεγαλώνει είναι σύμπτωμα του σημερινού τρόπου ζωής. Η ευμάρεια και η πληθώρα των ανέσεων όπως συμβαίνει σήμερα στις αναπτυγμένες κοινωνίες, αδυνατίζει τις επιθυμίες των παιδιών για άσκηση και περιπέτεια, σκληραγωγία και φυσική ζωή.
Εξ άλλου η φόρτιση από σωρεία μαθητικών και λοιπών υποχρεώσεων αποζητά συναισθηματική και σωματική εκτόνωση. Το φαινόμενο όμως είναι παλαιότερο. Το μοντέλο για περισσότερη δια- σκέδαση και λιγότερη σκληραγωγία άρχισε να εμφανίζεται τη δεκαετία του 1950 όταν οι Αμερικανοί πρώτοι βαλαν στις κατασκηνώσεις τους γήπεδα με “γκαζόν”, πισίνες, άλογα κ.λ.π. Τότε που η χώρα μας ζούσε στον απόηχο του πολέμου και στη μιζέρια όλα αυτά φαινόντουσαν περιττές πολυτέλειες.
Σήμερα όμως αυτές οι μορφές των κατασκηνώσεων έρχονται να καλύψουν τις σύγχρονες επιθυμίες και τις τωρινές ανάγκες των παιδιών όπως τις έχει διαμορφώσει η εποχή μας, ενώ λειτουργούν κανονικά οι άλλες και τασκηνώσεις που καλύπτουν τις ιδιαίτερες επιθυμίες για περισσότερη άσκηση, αθλητισμό, γλώσσα κ.λ.π. όπως παρά πάνω τονίσθηκε.
Ετσι υπάρχει ευρύ φάσμα επιλογής. Γενικότερα όμως μπορούμε να πούμε ότι παγκόσμια άλλαξε το προφίλ όλων των κατασκηνώσεων, “περισσότερη διασκέδαση, λιγότερη σκληραγωγία”.
Η αντίληψη που επικρατεί σήμερα με τα συμπεράσματα από τα διάφορα συνέδρια και σεμινάρια, αλλά και οι απόψεις των παιδαγωγών και των ειδικών, δίνουν τη φυσιογνωμία του σημερινού τύπου κατασκήνωσης που δεν έχει υποστεί βασική αλλοίωση ως προς τους σκοπούς και αποβλέπει στην κοινωνικοποίηση του παιδιού που πετυχαίνεται με την ομαδικότητα, τη ζωή κοντά στη φύση, με λιγότερες οπωσδήποτε από το σπίτι ανέσεις και με επιλεγμένα δυνατά προγράμματα βασισμένα όμως στις επιθυμίες των παιδιών, χωρίς να παραβλέπονται οι ευκολίες και τα μέσα που αυτά θέλουν.
Συνεπώς το νέο προφίλ κατασκηνώσεων όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, πέρα από τις πλούσιες εγκαταστάσεις και τα μέσα, στοχεύει στην κοινωνικοποίηση του παιδιού που γίνεται πάντα με έντονο καθημερινό πρόγραμμα. Ενα πρόγραμμα καθαρά κατασκηνωτικό που θα πρέπει να υποκινεί τα παιδιά να συμμετέχουν και να τα κρατά διαρκώς απασχολημένα».
Αν και επισημαίνεται η έλλειψη «κατασκηνωτικής συνείδησης» σε μεγάλη με ρίδα της κοινωνίας σήμερα, ακόμη και σε οικογένειες που αποφασίζουν τελικά να στείλουν τα παιδιά τους στην κατασκήνωση ή και στους αρμόδιους φορείς του Υπουργείου Παιδείας, η προσφορά της κατασκήνωσης στην αγωγή του παιδιού είναι και σήμερα ουσιαστική. Συνοπτικά η κατασκήνωση προσφέρει:
- Άνοιγμα στη ζωή, δηλαδή την προπαρασκευή των παιδιών να ενταχθούν στην κοινωνία των ενηλίκων.
- Ψυχαγωγία των παιδιών
- Πείρα της καθημερινής ζωής
- Μάθηση κυρίαρχων δραστηριοτήτων (αθλητικών, ψυχαγωγικών, πολιτιστικών), καθώς επίσης δραστηριοτήτων υπαίθριας ζωής και κοινωφελούς προσφοράς και εργασίας
- Ασφάλεια και υγιεινή διαβίωση – αγωγή υγείας
6 ΠΑΡΑΡΑΣ, ΣΤΑΜΑΤΗΣ, «Η εξέλιξη των κατασκηνώσεων και η σημερινή τους ταυτότητα», Πρακτικά 1ου Πανελληνίου Κατασκηνωτικού Συνεδρίου «Ο κατασκηνωτικός θεσμός: Προοπτικές και εξελίξεις»(Αθήνα, 17-18 Μαΐου 1993), εκδ. Ένωσης Φορέων Ελληνικών Κατασκηνώσεων, χ.χ.
7 ΓΚΟΥΝΗΣ, «Κατασκηνωτική συνείδηση», ό.π.
- Ευαισθητοποίηση των παιδιών σχετικά με την παρατήρηση και την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και τις ανθρώπινες επεμβάσεις σ‘ αυτό Ανάπτυξη, κινητοποίηση και ισχυροποίηση των ψυχικών, ηθικών, πνευματικών και οργανωτικών δυνάμεων του παιδιού.
- Ανάπτυξη του αισθήματος της καλαισθησίας.
- Αρμονική συνύπαρξη με παιδιά από άλλες χώρες και την προαγωγή της συναδέλφωσης και της φιλίας με άλλους λαούς.
- Ουσιαστική συμμετοχή κατασκηνωτών και στελεχών στην λήψη αποφάσεων, που αφορούν τη λειτουργία της κατασκήνωσης, έτσι ώστε να μην είναι παθητικοί αποδέκτες κάποιων προαποφασισμένων προγραμμάτων (καταναλωτές), αλλά δημιουργοί σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Η ξεκούραση και η αποφόρτιση από την ένταση της προηγούμενης σχολικής περιόδου, καθώς και η σωματική άσκηση μέσω αθλητικών δραστηριοτήτων και πρωτ ταθλημάτων δεν έχουν μικρότερη σημασία στην στοχοθεσία της κατασκήνωσης. Το ίδιο και η επαφή με τη φύση, καθώς επιδιώκεται να ευαισθητοποιηθούν οι κατα- σκηνωτές και να αποκτήσουν υγιή στάση στα θέματα διαχείρισης και προστασίας του περιβάλλοντος, ανθρωπογενούς και φυσικού.
Για όλους αυτούς τους λόγους η Εκκλησία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον θεσμό των κατασκηνώσεων. Δεν τις βλέπει σαν μια επιπλέον μορφή κοινωνικής προσφοράς ούτε, πολύ περισσότερο, σαν μια διέξοδο επιχειρηματικής δρα- στηριοποίησης, αλλά αξιοποιεί την κάθε κατασκηνωτική περίοδο σαν ένα δρόμο βιωματικής κατήχησης, ένα βήμα απ‘ όπου θα προτείνει τον δικό της, αλλοιώτικο τρόπο ζωής.
Αποβλέποντας στη συγκρότηση πολύπλευρα αναπτυγμένων και χαριτωμένων από τον Θεό προσωπικοτήτων, ανάλογα διαμορφώνει την αγωγή που οι εκκλησιαστικές κατασκηνωτικές παρέχουν για κάθε τομέα της ανθρώπινης ζωής. Η εκκλησιαστική κατασκήνωση -και όχι μόνο- οφείλει να λειτουργεί ως μια κοινωνία αγάπης, βασισμένη στην αγα- πητική σχέση των προσώπων, και όχι ως μια μικρογραφία στρατοπέδου. Δεν έχει σκοπό να προσφέρει ηθικιστικές διδαχές, αλλά να κομίσει χωρίς τυμπανοκρουσίες, ως «φωνήν αύρας λεπτής», μια διαφορετική πρόταση ζωής: το «άλλο», το διαρκώς «καινό» βίωμα της Εκκλησίας.
Επιδιώκει να μυήσει τους νεαρούς κατασκηνωτές στο ορθόδοξο ήθος, που βασίζεται στο θεανδρικό πρότυπο και χρειάζεται να καλύπτει κάθε ανθρώπινη εκ- δήλωση: την αθλητική και μουσική τους δραστηριότητα, τη στάση τους απέναντι στο περιβάλλον, τη θέση τους απέναντι στις ποικίλες εξαρτήσεις, την από μέρους τους αντιμετώπιση του άλλου ως αδελφού με σεβασμό στην ετερότητά του και με αγάπη.

