Η συνείδηση τι ρόλο παίζει στη ζωή μας!


Πριν αρχίσουμε τη συζήτησή μας, σήμερα, θα ήθελα να σας διηγηθώ μια αληθινή ιστορία. 
 
    Το ρολόι της πόλεως μόλις σήμανε μία μετά τα μεσάνυχτα. Τώρα είναι έτοιμος. Χωρίς θόρυβο παραβίασε την είσοδο της κουζίνας και μπήκε στο σπίτι. Ησυχία… Προχώρησε κατ’ ευθείαν στην κρεβατοκάμαρα· εκεί πιστεύει ότι φυλάνε τους θησαυρούς τους. Έχει κοντά τέσσερις ώρες προθεσμία, στις έξι περνά ο σκοπός αστυφύλακας. Ακούει ξανά το ρολόι της πόλεως να χτυπά δύο χτύπους. «Δύο η ώρα», είπε. Ξαφνικά ένα καμπάνισμα τον έκανε να φοβηθεί. Το χέρι του έπιασε το ψυχρό μέταλλο του φονικού όπλου, έτοιμος ν’ αμυνθεί. 
 
    Αμέσως όμως χαμογέλασε: «Κουτέ…, είναι οι καμπάνες του μοναστηριού. Οι καλόγεροι σηκώθηκαν για προσευχή και το διαλαλούν. Καλόγεροι ψεύτες, υποκριτές!» μουρμουρίζει. «Ούτε σείς πιστεύετε σε Θεό». Μια άλλη όμως φωνή του πισωγύρισε τα λόγια. «Κι ο ηγούμενος, αυτή η άγια ψυχή, είναι κι αυτός υποκριτής! ψεύτης! άπιστος!». «Ω, όχι», παραδέχθηκε. Την ίδια στιγμή μια άλλη φωνή μαχαίρι τον σφάζει: «Κλέφτη, κλέφτη, εσύ είσαι υποκριτής, εσύ ψεύτης. Θεός υπάρχει». Έπνιξε τη φωνή, τις φωνές, βάλθηκε να βρει που έχουν κρύψει τον θησαυρό τους τούτοι οι πλούσιοι. 
 
    Έριξε προσεκτική ματιά γύρω στους τοίχους, που φώτιζε με το φακό. Μέσα στο δωμάτιο ανακάλυψε δυό μεγάλα ξύλινα έπιπλα με συρτάρια. Τα άνοιξε όλα τα συρτάρια. Είχαν μέσα ρούχα. Όμως είναι βέβαιος, ο θησαυρός είναι εδώ. Κάθισε και σκέφθηκε. Του ήρθε μια ιδέα και αμέσως την έβαλε σε εφαρμογή. Έβαλε το γαντοφορεμένο χέρι του και έψαχνε τον πάτο των συρταριών. Σε ένα συρτάρι το χέρι του σκόνταψε κάπου σε σίδερο, άδειασε το συρτάρι και αμέσως φάνηκε ένα μεγάλο βιδωμένο κουτί. Τώρα κτυπά για δεύτερη φορά η καμπάνα του νησιώτικου μοναστηριού. Τούτη τη φορά του φάνηκε ότι οι καμπάνες χτυπούν όχι μακριά, αλλά πολύ κοντά του, μέσα του, ότι του σχίζουν την καρδιά, ότι φωνάζουν να τ’ ακούει όλος ο κόσμος: «Είσαι κλέφτης. Είσαι διαρρήκτης!». 
    
    Έπνιξε πάλι τη φωνή, άνοιξε την τσάντα με τα εργαλεία του, ξεβίδωσε το κουτί. Είδε μπροστά του διάφορα κοσμήματα. Καλά κι αυτά, αλλά που τα πουλάς, που θα σε ανακαλύψουν; Είναι κουρασμένος, κάτι έχει. Τον πονά το κεφάλι του; Ψάχνει στο άλλο έπιπλο και βρίσκει και άλλο κουτί, το ανοίγει. Τούτο είναι γεμάτο από χρυσά νομίσματα. Απλώνει το χέρι, μα την ίδια στιγμή μια δύναμη τον έκανε να το τραβήξει. Η καμπάνα χτυπούσε για τρίτη φορά. Έχει ιδρώσει. Κάθισε αποκαμωμένος. Μια, δυό, πολλές φωνές μέσα του φωνάζουν… «είσαι κλέφτης, άλλοι τώρα προσεύχονται και συ;». Πάει να αντιμιλήσει, «και τούτοι οι πλούσιοι τι είναι; Πως τα έκαναν όλα αυτά και άλλα, που έχουν;». Μια τρίτη διαμαρτύρεται, «τι σε νοιάζει εσένα τι κάνουν αυτοί, εσύ τι κάνεις, αυτό έχει σημασία». 
 
    Είχε καθίσει ανάμεσα στους θησαυρούς. Η αγωνία τον έπνιγε… Δεν ήξερε τι να κάνει… Να τα πάρει και να φύγει… Ή να φύγει χωρίς να πάρει… Το ρολόι της πόλεως κτύπησε τέσσερις και μισή. Πρέπει να τελειώνει. Μαζεύει με αποφασιστικότητα τα εργαλεία, βγάζει το όπλο και το βάζει κι αυτό στην τσάντα· τώρα δεν του χρειάζεται. 
 
    Παίρνει ένα κομμάτι χαρτί και γράφει: «Δεν πείραξα τίποτα, θα αλλάξω… ο κλέφτης». Έκανε το σταυρό του, άφησε πάνω στο τραπέζι το γραμμένο χαρτί και γρήγορα έφυγε. 
 
    Έφθασε στον αυλόγυρο, πήρε το δέμα που είχε αφήσει με το δεύτερο ζευγάρι παπούτσια, τ’ άλλαξε, για να χάσουν τα ίχνη του, και τράβηξε τον δρόμο χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Σε λίγο έφθασε σ’ ένα ύψωμα. Από κάτω χτυπούσε το κύμα του Ιονίου Πελάγους. Ο πρωινός θαλασσινός αέρας τον κτύπαγε στο πρόσωπο, τον δρόσιζε, του έκανε καλό. 
 
    Μηχανικά ανοίγει την τσάντα, βγάζει από την τσέπη του ό,τι εργαλείο μπορεί να έχει, τα βάζει μέσα, βγάζει και τα γάντια. Πιάνει στα χέρια του το φονικό όπλο, το κοιτάζει. «Ευχαριστώ, λέει, Θεέ μου, ποτέ δεν με άφησες να το χρησιμοποιήσω…». Το βάζει πάλι μέσα, κλείνει την τσάντα, σηκώνεται, την πιάνει με τα δυό του χέρια, παίρνει φόρα και την πετά μακριά… μακριά… όσο μπορεί μακριά. Η μέρα τώρα ροδίζει, την είδε την τσάντα την στιγμή που έπεφτε στη θάλασσα. Άκουσε ένα μπλούμ… όλα είχαν τελειώσει. Έκανε μεταβολή και έφυγε… που πήγαινε; 
 
    Ο άγιος ηγούμενος τώρα κάνει απόλυση της θείας Λειτουργίας, η αγρυπνία πάντοτε τελειώνει με θεία Λειτουργία. Στις 6 και μισή το μοναστήρι ανοίγει και όποιος θέλει λειτουργιέται. Τώρα η ώρα είναι 8. Ο ηγούμενος μοιράζει αντίδωρο. Το μάτι του καλού ποιμένα πήρε είδηση ένα παλληκάρι, που μπήκε μέσα κείνη την ώρα. Του φάνηκε κλαμένο και άγρυπνο, «βασανισμένη ψυχή», είπε μέσα του. Ο νέος πλησίασε και του ‘πε ότι τον θέλει. Θέλει να εξομολογηθεί. 
 

     Σε ένα τέταρτο ο ηγούμενος με το πετραχήλι τον προσκαλεί να πλησιάσει. Ο νέος γονατίζει… Στην απόλυτη ησυχία της εκκλησίας ακούγεται ένα πνιχτό κλάμα. Ο γέροντας περιμένει, έχει πείρα και ξέρει να περιμένει. Τέλος ο νέος άρχισε να… μιλάει… Σε λίγο έφυγε… είχε αλλάξει…

Επεξεργασία

   1. Τι επιχείρησε να κάνει ο πρωταγωνιστής της ιστορίας και τι ήταν αυτό που τον έκανε να το μετανιώσει; (…)  Επιχείρησε διάρρηξη σ’ ένα σπίτι αλλά ενώ ήταν έτοιμος να κλέψει τα χρήματα που βρήκε, μία φωνή μέσα του τον σταμάτησε και τελικά έφυγε μετανιωμένος.

  1.   Ποια ήταν αυτή η φωνή που τον προειδοποίησε για το κακό που επιχειρούσε; (…) Η φωνή της συνειδήσεώς του.
  1.   Τι είναι η συνείδηση; (…) Συνείδηση [< συντοἶδα=γνωρίζω καλά] είναι η ξεκάθαρη γνώση και αίσθηση που έχει κανείς για κάτι αλλά και η έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει το καλό από το κακό και να ενεργεί με βάση ηθικούς κανόνες (Λεξικό Μπαμπινιώτη).Έτσι η συνείδηση γίνεται πυξίδα, που μας προσανατολίζει. Είναι η φωνή του Θεού μέσα μας. Πριν ενεργήσουμε, μας προτρέπει η μας αποτρέπει. Αφού ενεργήσουμε, μας επιδοκιμάζει η μας αποδοκιμάζει. «Είναι η άγκυρα, που ο Κυβερνήτης Θεός έβαλε στο πλοίο της ζωής μας, για να μην καταποντιστεί στο βυθό της αμαρτίας» (Αγ. Ιω. Χρυσόστομος).
  1.   Έχουν όλοι οι άνθρωποι συνείδηση; (…) Βεβαίως. Η συνείδηση είναι κοινό χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπων. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην άκουσε ποτέ στο βάθος του είναι του μια φωνή να τον πληροφορεί για την αξία ή την απαξία των πράξεών του. Και οι εθνικοί, λέει ο Απ. Παύλος, έχουν το Νόμο του Θεού γραμμένο στην καρδιά τους κι αυτό αποδεικνύεται, όταν η συνείδηση τους δίνει μαρτυρία για κάθε πράξη τους (Ρωμ. β’ 15).
  1.   Τότε πως εξηγείται το ότι η αμαρτία είναι τόσο έκδηλη και προκλητική γύρω μας; (…) α. Δεν υπακούνε όλοι στη φωνή της. Το να ζει κανείς όπως ακριβώς η συνείδηση του υποδεικνύει δεν είναι εύκολο, κοστίζει… ζητά δυνάμεις πολλές, κουράγιο πολύ. Γιατί;
  • Ο κόσμος γύρω μας έχει τις… «αντιρρήσεις» του σ’ αυτά που η συνείδηση μαρτυρεί και τις αντιρρήσεις του τις προβάλλει πειστικά («με το σταυρό στο χέρι κανείς δεν πρόκοψε…», «όλοι έτσι κάνουν, εσύ τι παριστάνεις» κλπ.).
  •   Ο κακός εαυτός μας αντιστέκεται στις υποδείξεις της. Νιώθει, όχι σπάνια, να μην «αντέχει» να ενεργήσει σύμφωνα μ’ αυτές … και γι’ αυτό τις παραθεωρεί… ή και εντελώς τις περιφρονεί.
  • Μπορεί η συνείδηση να μη λειτουργεί σωστά. Όταν εξακολουθητικά αγνοούνται οι υποδείξεις της συνειδήσεως και απωθούνται οι έλεγχοί της, τότε αμβλύνεται. Χάνει δηλαδή την ικανότητά της να βλέπει και να μαρτυρεί έγκαιρα το σωστό. Όταν μάλιστα τη συσκοτίζουν αδυναμίες, πάθη, συμφέροντα, αδυνατεί να καθοδηγήσει ορθά. Φθάνει τότε ο άνθρωπος στην πώρωση της συνειδήσεως, στην ηθική αναισθησία. Το ένα σφάλμα θα φέρει το άλλο κι ο άνθρωπος παίρνει τον επικίνδυνο κατήφορο χωρίς να το αντιλαμβάνεται.
  1.   Ποιες είναι οι συνέπειες από την παραβίαση της συνειδήσεως; (…)  Η παραβίαση της συνειδήσεως αποτελεί χτύπημα στην προσωπικότητά μας. Όσο μικρό και αν είναι το περιστατικό, βγαίνουμε απ’ αυτό τραυματισμένοι. Διχασμένοι εσωτερικά. Όταν η συνείδηση μας λέει το «Α» και μείς κάνουμε το «Ω», βρισκόμαστε σε αντίθεση με τον ίδιο τον εαυτό μας, είμαστε ανήσυχοι, ταραγμένοι, φοβισμένοι. «Η συνείδηση, που είναι ο πιστότερος φίλος, γίνεται τότε αυστηρός κριτής». Ο έλεγχός της, οι τύψεις δεν υποφέρονται, δεν αφήνουν τον άνθρωπο να ησυχάσει… Οι αρχαίοι τις είχαν προσωποποιήσει με φοβερές μυθικές θεότητες, τις «Ερινύες», που κυνηγούσαν διαρκώς τον ένοχο. Αρχίζει τότε ο διάλογος με τη συνείδηση, για να την «πείσουμε» να σταματήσει να μας ελέγχει. Δικαιολογίες, ελαφρυντικά, σύγκριση με χειρότερες πράξεις άλλων, αναπόληση καλών πράξεων που κάναμε στο παρελθόν… Με όλα αυτά προσπαθούμε να απωθήσουμε την ενοχή και νομίζουμε πως «ησυχάσαμε»…
  • Μια τέτοια εσωτερική κατάσταση όμως, όταν συχνά επαναλαμβάνεται, εμποδίζει την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητας. Η φωνή της συνειδήσεως εξασθενεί και ακούγεται όλο και πιο ισχνή.
  1. Αναγκαίο λοιπόν είναι να διατηρούμε πάντα σε εγρήγορση τη συνείδησή μας. Πως; (…) 
  • α. Να τη φωτίζουμε με το λόγο του Θεού, για να μπορεί να διακρίνει τα λάθη μας και να μας πληροφορεί την κάθε στιγμή και στις λεπτομέρειες το θέλημά Του. Αν σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο ανάψεις ένα σπίρτο, μόλις που διακρίνεις τα μεγαλύτερα αντικείμενα. Αν ανάψεις κερί η λάμπα, βλέπεις πολύ καλύτερα, αν ανοίξεις τα παράθυρα στον ήλιο, βλέπεις και τους κόκκους της σκόνης. Το ίδιο συμβαίνει και με τη συνείδηση: Όσο περισσότερο φωτίζεται, τόσο καλύτερα λειτουργεί.
  •  β. Να αγωνιζόμαστε να πράττουμε «κατά συνείδησιν», ακόμη και σ’ αυτά που θεωρούμε μικρά κι ασήμαντα… Να μην παραβαίνουμε τις υποδείξεις της, ακόμα και τις πιο μικρές. «Ας φροντίσουμε, αδελφοί μου, να φυλάμε τη συνείδησή μας, …χωρίς να την προκαλούμε να μας ελέγξει για κάποιο πράγμα, χωρίς να την καταπατούμε σε τίποτα απολύτως, ούτε και στο ελάχιστο. Γιατί, ξέρετε καλά ότι από τα μικρά αυτά και ασήμαντα, όπως λένε, φτάνουμε να καταφρονούμε και τα μεγάλα… Ας φροντίσουμε τα ελαφρά, όσο ακόμη είναι ελαφρά, για να μην γίνουν βαριά…» (αββάς Δωρόθεος). Ο άνθρωπος που έχει αγαθή συνείδηση έχει μόνιμο σύντροφο την ειρήνη και την χαρά. «Η αγαθή συνείδηση είναι το πιο αναπαυτικό μαξιλάρι», λέει ο λαός.
  • γ. Να εξετάζουμε τη συνείδησή μας με την τακτική αυτοκριτική. Λέει ο Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Καθώς τα πηγάδια, όσο σκάβονται, τόσο καθαρότερο και γλυκύτερο νερό βγάζουν, έτσι κι η συνείδηση, όσο περισσότερο εξετάζεται και ξεχώνεται από τα πάθη που είναι σκεπασμένη, τόσο καλύτερα μας διδάσκει τι πρέπει να κάνουμε». Αυτά που μας μαρτυρεί η συνείδησή μας, κυρίως όταν βρισκόμαστε σε κάποιο δίλημμα, να τα φανερώνουμε στον Πνευματικό μας, που θα μας λέει αν είναι ορθά, ώστε να μην πλανηθούμε.
  • δ. Να καθαρίζουμε τη συνείδησή μας. Η συνείδηση, λέει ο Αγ. Νείλος, μοιάζει με λυχνάρι που μας το έδωσε ο Θεός, για να φωτίζει τις πράξεις μας. «Λύχνω προς τας πράξεις σου τω συνειδότι κέχρησο». Στο λυχνάρι, όσο πιο πολύ καθαρίζουμε το φυτίλι και προσθέτουμε λάδι, τόσο πιο πολύ αυτό φωτίζει. Συνεπώς, να εξομολογούμαστε τακτικά και με ειλικρίνεια. Έτσι, η συνείδηση θα μας πληροφορεί έγκαιρα και ορθά, θα μας συγκρατεί από λάθη, κι όταν από αδυναμία την παρακούσουμε, θα μας ελέγξει.
  1.   Πως να αντιμετωπίζουμε τους ελέγχους της συνειδήσεως;  Όταν η συνείδηση μας ελέγχει, να παραδεχόμαστε τις υποδείξεις της χωρίς δικαιολογίες. Αλλά και χωρίς υπερβολική λύπη, που μπορεί να ρίξει το θυμικό μας και να μας κάνει να παραδώσουμε τα όπλα. Αν παραδεχθούμε ταπεινά την αδυναμία μας, θα δώσει τη Χάρη Του ο Θεός και τη δύναμη να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας. Να μη φθάσουμε στην κατάσταση της απόγνωσης, διότι αυτό είναι εκ του πονηρού. Ας θυμηθούμε το αρνητικό παράδειγμα του Ιούδα. Αντιμετωπίζει το σφάλμα του μόνος, χωρίς τον Κύριο, γι’ αυτό απελπίζεται κι αυτοκτονεί. Ενώ ο Απ. Πέτρος κλαίει πικρά μετανιωμένος, βρίσκεται όμως κοντά στο Χριστό και σώζεται.
  • Να αντιμετωπίζουμε τα σφάλματά μας με τη μετάνοια, την Εξομολόγηση, τη Θεία Κοινωνία. «Το αίμα του Χριστού… καθαριεί την συνείδησιν υμών από νεκρών έργων…» (Εβρ. θ’ 14).Το πάντιμο Αίμα του Κυρίου μας θα ξεπλένει τη συνείδησή μας από τύψεις, ενοχές και φόβους, θα μας χαριτώνει, θα μας σώζει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο άνθρωπος που ακολουθεί τη φωτισμένη συνείδησή του θα βαδίζει ίσως το μονοπάτι του πόνου συχνά, της δυστυχίας ποτέ. Γιατί «τίποτε δεν προκαλεί τόση ευχαρίστηση, όση η αγαθή συνείδηση» (Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος). 
     Και κάποιος άλλος έγραφε: «Πρέπει συχνά ο άνθρωπος να ξεφυλλίζει το βιβλίο της συνειδήσεως που του έχει δώσει ο Πλάστης του, γιατί είναι το μόνο από τη βιβλιοθήκη του που θα πάρει μαζί του στο ταξίδι της αιωνιότητας». 
     Η αγαθή συνείδηση χαρίζει μόνιμη ανάπαυση ψυχής και χαρά. Να τη συμβουλευόμαστε λοιπόν συνεχώς, ν’ ακούμε καθαρή τη φωνή της και ν’ αγωνιζόμαστε να την υπακούμε. 
     ΣΥΝΘΗΜΑ: «Ουδέν ούτως ηδονήν εργάζεται, ως συνειδός κεκαθαρμένον». (Τίποτα δε φέρνει τόση ευχαρίστηση, όση η καθαρή συνείδηση). (Αγ. Ιω. Χρυσόστομος) 

Απορία: Τι γίνεται αν κάποιος έχει «περιδεή συνείδηση», νομίζει ότι πάντοτε φταίει και ζει με τις ενοχές; 
  •      Απάντ.: Μόνο η συχνή επικοινωνία με τον πνευματικό και η σοφή καθοδήγησή του μπορεί να φωτίσει μια ευαίσθητη και ταλαιπωρημένη συνείδηση. Μόνοι μας μπορεί να καταλήξουμε σε υπερβολές και ή να αδιαφορούμε τελείως η να πιεζόμαστε χωρίς λόγο.